Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Ποια η νόσος, κατά τον Πλάτωνα του “Τίμαιου”, από την οποία νοσούν τα όντα;


Όσον αφορά την ερώτηση μας, ποιά είναι η νόσος από την οποία νοσούν τα όντα, θα προβούμε αρχικώς στην αντιγραφή ενός πλατωνικού αποσπάσματος το οποίο θα αναλύσουμε με τέτοιο και σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει πασιφανές ποια είναι η νόσος από την οποία πάσχουν ή μπορούν να νοσήσουν τα όντα.
Ο Πλάτων, λοιπόν, στον «Τίμαιο, 43.a.6 – 44.c.4» μας λέγει : «Τότε οι ψυχές, κλεισμένες μέσα στο σώμα σα σε μεγάλο ποτάμι, ούτε το κατεύθυναν ούτε κατευθύνονταν από αυτό, αλλά μόνο παρέσυραν και παρασύρονταν βίαια, κάνοντας έτσι ολόκληρο το ζωντανό πλάσμα να κινείται άτακτα κι ακατάστατα σε οποιαδήποτε κατεύθυνση, αφού διάθετε και τις έξι κινήσεις. Πήγαινε δηλ. μπρός πίσω, πάνω, κάτω, δεξιά αριστερά και περιπλανιόταν σε όλες τις κατευθύνσεις. Μολονότι όμως το κύμα, που πλημμύριζε την ψυχή και μετά ξεχυνόταν έξω από αυτή καθώς της έδινε τροφή, ήταν πολύ δυνατό, πολύ μεγαλύτερη ήταν η ταραχή που δημιουργούσαν στα πλάσματα διάφορα άλλα εξωτερικά αίτια, όταν τύχαινε κάποιο από αυτά να συγκρουστεί με ξένο πυρ που συναντούσε στον δρόμο του ή με στέρεο τμήμα της γης ή με γλιστερή επιφάνεια του ύδατος ή με κάποια ανεμοθύελλα της ατμόσφαιρας. Όλες οι κινήσεις που οφείλονταν σε αυτές τις αιτίες περνούσαν από το σώμα κι έπεφταν πάνω στην ψυχή. Για αυτό τον λόγο ονομάστηκαν τότε αισθήσεις, όπως δηλαδή εξακολουθούν να ονομάζονται και σήμερα. Ακόμα, προκαλώντας συνεχείς και έντονες κινήσεις καθώς συναντούσαν το αιώνιο ρεύμα του ποταμού και δημιουργώντας ισχυρή ταραχή στην περιφορά της ψυχής, εμπόδισαν τελικά την ροή του Θατέρου που προχωρούσε δημιουργικά. Από το άλλο μέρος διατάραξαν την πορεία και του Θατέρου, μπερδεύοντας την τάξη του, δηλαδή τα τρία διαστήματα του διπλού και του τριπλού αλλά και τα ενδιάμεσα και τους δεσμούς των τριών προς δυο, τεσσάρων προς τρία και εννέα προς οκτώ, που δεν μπορούσαν να χαλάσουν παρά μόνο από εκείνον που τα έχει φτιάξει. Προκάλεσαν ακόμα κάθε είδος συστροφές, δημιουργώντας διάφορες ρωγμές και φθορές στους κύκλους τους, με αποτέλεσμα να συγκρούονται πολύ χαλαρά μεταξύ τους, να κινούνται ακανόνιστα και κάποτε να βρίσκονται σε αντίθετη , πλάγια ή ανάποδη κίνηση. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι κάποιος, αφού πέσει σε ύπτια στάση, στηρίξει το κεφάλι στη γη και τα πόδια σε κάτι ψηλά πάνω του. Στη θέση που βρίσκεται ο πάσχων και οι θεατές το δεξί μέρος του ενός θα του φαίνεται στους υπολοίπους αριστερό και το αριστερό δεξί. Το ίδιο ακριβώς και άλλα παρόμοια συμβαίνουν και με τις περιφορές της ψυχής. Κάθε φορά που θα συναντήσει κάποιο εξωτερικό αντικείμενο που ανήκει στην κατηγορία του Θατέρου [μεταβλητό] ή Ταύτου [αμετάβλητο], τότε λένε αντίστοιχα ότι είναι ίδια ή διαφορετική από αυτό, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την αλήθεια. Έτσι γίνονται ψεύτες και ανόητοιΜεταξύ τους δεν υπάρχει καμία περιφορά που άρχει ή κυβερνά. Αν πάλι μερικές εξωτερικές αισθήσεις  συγκρουστούν, καθώς κινούνται, με αυτές τις περιφορές και παρασύρουν μαζί τους ολόκληρο το υλικό περίβλημα της ψυχής, τότε αυτές οι περιφορές, μολονότι εξουσιάζονται, φαίνονται να εξουσιάζουνΑυτός είναι ο λόγος που, όταν η ψυχή κλειστεί σε θνητό σώμα, μετατρέπεται αμέσως σε ανόητη. Όταν όμως το ρεύμα που τρέφει και αυξάνει το σώμα μειώνεται σε ένταση, τότε οι περιφορές ηρεμούν, παίρνουν τον κανονικό τους δρόμο και γίνονται συνεχώς σταθερότερες καθώς περνάει ο χρόνος. Τελικά οι τροχιές των διαφόρων κύκλων κινούνται σύμφωνα με τη φυσική τους κατεύθυνση και δίνουν τη σωστή ονομασία στον μεταβλητό και στο αμετάβλητο, έτσι ώστε ο κάτοχός τους να γίνεται συνετός. Αν, μαζί με αυτά, υπάρξει σωστή ανατροφή και εκπαίδευση, ο άνθρωπος γίνεται απόλυτα υγιής και αποφεύγει τη μέγιστη νόσο. Αν όμως τα παραμελήσει, θα περάσει χολή ζωή και θα επιστρέψει στον Άδη ατελής και ανόητος. – αἱ δ᾽ εἰς ποταμὸν ἐνδεθεῖσαι πολὺν οὔτ᾽ ἐκράτουν οὔτ᾽ ἐκρατοῦντο, βίᾳ δὲ ἐφέροντο καὶ ἔφερον, ὥστε τὸ μὲν ὅλον κινεῖσθαι ζῷον, ἀτάκτως μὴν ὅπῃ τύχοι προϊέναι καὶ ἀλόγως, τὰς ἓξ ἁπάσας κινήσεις ἔχον· εἴς τε γὰρ τὸ πρόσθε καὶ ὄπισθεν καὶ πάλιν εἰς δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ κάτω τε καὶ ἄνω καὶ πάντῃ κατὰ τοὺς ἓξ τόπους πλανώμενα προῄειν. πολλοῦ γὰρ ὄντος τοῦ κατακλύζοντος καὶ ἀπορρέοντος κύματος ὃ τὴν τροφὴν παρεῖχεν, ἔτι μείζω θόρυβον ἀπηργάζετο τὰ τῶν προσπιπτόντων παθήματα ἑκάστοις, ὅτε πυρὶ προσκρούσειε τὸ σῶμά τινος ἔξωθεν ἀλλοτρίῳ περιτυχὸν ἢ καὶ στερεῷ γῆς πάγῳ ὑγροῖς τε ὀλισθήμασιν ὑδάτων, εἴτε ζάλῃ πνευμάτων ὑπὸ ἀέρος φερομένων καταληφθείη, καὶ ὑπὸ πάντων τούτων διὰ τοῦ σώματος αἱ κινήσεις ἐπὶ τὴν ψυχὴν φερόμεναι προσπίπτοιεν· αἳ δὴ καὶ ἔπειτα διὰ ταῦτα ἐκλήθησάν τε καὶ νῦν ἔτι αἰσθήσεις συνάπασαι κέκληνται. καὶ δὴ καὶ τότε ἐν τῷ παρόντι πλείστην καὶ μεγίστην παρεχόμεναι κίνησιν, μετὰ τοῦ ῥέοντος ἐνδελεχῶς ὀχετοῦ κινοῦσαι καὶ σφοδρῶς σείουσαι τὰς τῆς ψυχῆς περιόδους, τὴν μὲν ταὐτοῦ παντάπασιν ἐπέδησαν ἐναντία αὐτῇ ῥέουσαι καὶ ἐπέσχον ἄρχουσαν καὶ ἰοῦσαν, τὴν δ᾽ αὖ θατέρου διέσεισαν, ὥστε τὰς τοῦ διπλασίου καὶ τριπλασίου τρεῖς ἑκατέρας ἀποστάσεις καὶ τὰς τῶν ἡμιολίων καὶ ἐπιτρίτων καὶ ἐπογδόων μεσότητας καὶ συνδέσεις, ἐπειδὴ παντελῶς λυταὶ οὐκ ἦσαν πλὴν ὑπὸ τοῦ συνδήσαντος, πάσας μὲν στρέψαι στροφάς, πάσας δὲ κλάσεις καὶ διαφθορὰς τῶν κύκλων ἐμποιεῖν, ὁσαχῇπερ ἦν δυνατόν, ὥστε μετ᾽ ἀλλήλων μόγις συνεχομένας φέρεσθαι μέν, ἀλόγως δὲ φέρεσθαι, τοτὲ μὲν ἀντίας, ἄλλοτε δὲ πλαγίας, τοτὲ δὲ ὑπτίας· οἷον ὅταν τις ὕπτιος ἐρείσας τὴν κεφαλὴν μὲν ἐπὶ γῆς, τοὺς δὲ πόδας ἄνω προσβαλὼν ἔχῃ πρός τινι, τότε ἐν τούτῳ τῷ πάθει τοῦ τε πάσχοντος καὶ τῶν ὁρώντων τά τε δεξιὰ ἀριστερὰ καὶ τὰ ἀριστερὰ δεξιὰ ἑκατέροις τὰ ἑκατέρων φαντάζεται. ταὐτὸν δὴ τοῦτο καὶ τοιαῦτα ἕτερα αἱ περιφοραὶ πάσχουσαι σφοδρῶς, ὅταν τέ τῳ τῶν ἔξωθεν τοῦ ταὐτοῦ γένους ἢ τοῦ θατέρου περιτύχωσιν, τότε ταὐτόν τῳ καὶ θάτερόν του τἀναντία τῶν ἀληθῶν προσαγορεύουσαι ψευδεῖς καὶ ἀνόητοι γεγόνασιν, οὐδεμία τε ἐν αὐταῖς τότε περίοδος ἄρχουσα οὐδ᾽ ἡγεμών ἐστιν· αἷς δ᾽ ἂν ἔξωθεν αἰσθήσεις τινὲς φερόμεναι καὶ προσπεσοῦσαι συνεπισπάσωνται καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ἅπαν κύτος, τόθ᾽ αὗται κρατούμεναι κρατεῖν δοκοῦσι. καὶ διὰ δὴ ταῦτα πάντα τὰ παθήματα νῦν κατ᾽ ἀρχάς τε ἄνους ψυχὴ γίγνεται τὸ πρῶτον, ὅταν εἰς σῶμα ἐνδεθῇ θνητόν. ὅταν δὲ τὸ τῆς αὔξης καὶ τροφῆς ἔλαττον ἐπίῃ ῥεῦμα, πάλιν δὲ αἱ περίοδοι λαμβανόμεναι γαλήνης τὴν ἑαυτῶν ὁδὸν ἴωσι καὶ καθιστῶνται μᾶλλον ἐπιόντος τοῦ χρόνου, τότε ἤδη πρὸς τὸ κατὰ φύσιν ἰόντων σχῆμα ἑκάστων τῶν κύκλων αἱ περιφοραὶ κατευθυνόμεναι, τό τε θάτερον καὶ τὸ ταὐτὸν προσαγορεύουσαι κατ᾽ ὀρθόν, ἔμφρονα τὸν ἔχοντα αὐτὰς γιγνόμενον ἀποτελοῦσιν. ἂν μὲν οὖν δὴ καὶ συνεπιλαμβάνηταί τις ὀρθὴ τροφὴ παιδεύσεως, ὁλόκληρος ὑγιής τε παντελῶς, τὴν μεγίστην ἀποφυγὼν νόσον, γίγνεται· καταμελήσας δέ, χωλὴν τοῦ βίου διαπορευθεὶς ζωήν, ἀτελὴς καὶ ἀνόητος εἰς Ἅιδου πάλιν ἔρχεται».
Εδώ ο Πλάτων παραδίδει από πού και για ποιους λόγους η ψυχή θορυβείται και ταράζεται ιδιαιτέρως μέσα στα νεογέννητα όντα. Ανάγει ολόκληρη αυτή την ταραχή σε αυτές τις δύο αιτίες, στην θρεπτική και στην αισθητική ζωή. Αυτές είναι το ορεκτικό [επιθυμητική δύναμη] και η γνωστική δύναμη ολόκληρου του άλογου μέρους της ψυχής, δυνάμεις στις οποίες συνηθίζουμε να διαιρούμε όλες τις δυνάμεις της ψυχής, λέγοντας ότι άλλες είναι ζωτικές και άλλες γνωστικές.
Αυτά είναι τα αίτια της ταραχής των ψυχών : η κίνηση της θρεπτικής δύναμης της ψυχής και τα πλήγματα που δέχεται η αίσθηση.
Δεν πρέπει όμως να θεωρήσουμε ότι η ψυχή παθαίνει κάτι λόγω αυτών. Γιατί, όπως ακριβώς, αν κανείς στέκεται σε μια ακτή και επιδεικνύει το είδωλό και τη μορφή του μέσα σε ένα ποτάμι που κινείται, ο ίδιος διατηρεί αμετάβλητο το πρόσωπο του, ενώ το ρεύμα που κινείται, μεταβάλλει με κάθε τρόπο το είδωλο, ώστε κάθε φορά να το δείχνει διαφορετικό, στραβό και ίσιο, ίσως διασπασμένο και συνεχές, και βλέποντας το αυτό εκείνος πιστεύει, επειδή δεν είναι συνηθισμένος σε αυτό το φαινόμενο, ότι βλέπει τον εαυτό του να πάσχει, παρόλο που παρατηρεί μόνο τη σκιά του μέσα στα ύδατα, και πιστεύοντας αυτό στεναχωριέται, ταράζεται, εκπλήσσεται και καταβάλλεται, κατά τον ίδιο τρόπο και η ψυχή βλέποντας το είδωλο της, το οποίο βρίσκεται μέσα στο σώμα, να κινείται μέσα στον ποταμό της γενέσεως και να διαμορφώνεται κάθε φορά και διαφορετικά από τα εσωτερικά πάθη και από όσα την πλήττουν απέξω, η ίδια είναι απαθής, όμως πιστεύει ότι πάσχει, και επειδή αγνοεί τον εαυτό της και νομίζει ότι το είδωλο της είναι ο εαυτός της, έχει θορυβηθεί και εκπλαγεί και βρίσκεται σε αμηχανία.
Οι αισθήσεις είναι ανάμεικτες από τις κινήσεις που τοποθετούνται και ωθούνται μέσα μας και από το πάθημα. Γιατί η «αἴσθησις», αν χωριστεί σε τέσσερεις συλλαβές, είναι «ἀίσθησίς». «εκείνος βρυχήθηκε ξεψυχώντας - ἔβραχε θυμὸν ἀίσθων[1]» λέγει ο Όμηρος στον 468ον στίχο της Ιλιάδος. Προέρχεται, λοιπόν, η αίσθηση από το ρήμα «ἀίσσω», που σημαίνει ορμώ και τη λέξη θέση, καθώς τα αισθητά κινούνται από έξω και τοποθετούνται μέσα στα αισθητήρια. Γιατί οι κινήσεις μέσω του σώματος οδηγούνται στην ψυχή και προκαλούν τις αισθήσεις, όπως είναι ο Πλάτων στους «Όρους, 414.c». Δικαιολογημένα και οι παλαιοί, οι οποίοι αντιλήφθηκαν αυτό που συμβαίνει, τουλάχιστον όχι απολύτως αλλά σε αυτή την περίοδο της ζωής του ανθρώπου, ονόμασαν έτσι τις αισθήσεις και οι σημερινοί τις ονομάζουν ακόμη παρομοίως, αναγνωρίζοντας μέσα σε αυτές τη διαπλοκή του παθήματος και της κρίσης ή της κίνησης και της θέσης. Γιατί η κίνηση μόνο της ίδια της ψυχής είναι απαθής, ενώ η κίνηση που από το σώμα περνάει στην ψυχή γίνεται με πάθημα.
Μαζί με τη θρεπτική δύναμη, λοιπόν, η αίσθηση ταράζει και θορυβεί τις περιφορές της αθάνατης ψυχής και εμποδίζει την περιφορά του «Ταύτου» [ταυτότητα] και κλονίζει την περιφορά του «Θατέρου» [διαφορετικότητα]. Γιατί, καθώς μέσα στην ψυχή οι κύκλοι είναι δύο κατά μίμηση των θεϊκών ψυχών, ο κύκλος που είναι «ὁ τῶν νοητῶν θεατής» και που είναι ο «διανοητικός», σταματά απλά και μόνο την ενέργειά του χωρίς να υφίσταται καμία διαστροφή [διαστρέβλωση]. Ο κύκλος, όμως, ο «δοξαστικὸς» δεν σταματά απλά και μόνο την ενέργειά του αλλά διαστρέφεται [διαστρεβλώνεται] κιόλας, και δικαιολογημένα. Γιατί είναι δυνατόν να δογματίζει κανείς εσφαλμένα, δεν είναι όμως δυνατόν να έχει κανείς επισταμένη γνώση [επιστήμη] εσφαλμένα.
Αν, όμως, κανείς [«Αλκιβιάδης, 177.d»] λέει πως το διανοητικό μπορεί να έχει διπλή αμάθεια και πως, ότι υφίσταται τη διπλή αμάθεια, είναι διαστρεβλωμένο, ας μάθει ότι η διπλή αμάθεια δεν ανήκει απολύτως στη διάνοια, αλλά ξεκινά από εκεί και μεταφυτεύεται στη δοξασία. Γιατί, στον βαθμό που είναι αμάθεια και στέρηση της επιστήμης, σε αυτόν βαθμό είναι ακινησία του επιστημονικού μέρους της ψυχής και έχει ξεκινήσει από η διάνοια (γιατί η αμάθεια αφορά αυτό το οποίο αφορά και η επιστήμη), ενώ στον βαθμό που η αμάθεια προσθέτει και «τὴν οἴησιν τῆς γνώσεως», βρίσκεται μέσα στην δοξασία (γιατί η δοξασία είναι που πιστεύει). Και η αμάθεια προκύπτει από την διάνοια που έχει εμποδιστεί από την απραξία και αποκρύβει τους συλλογισμούς, ενώ η «οἴησις τῆς δόξης» είναι ένα είδος διαστροφής [διαστρέβλωσης] της ίδιας της δοξασίας. Γιατί είναι ψευδής και βλάπτει αυτό που την έχει. Γιατί, ότι είναι στην πράξη το κακό, αυτό είναι στη γνώση το ψεύδος. Αρά η περιφορά του «Ταύτου» [της ταυτότητας] έχει μόνο εμποδιστεί και μοιάζει με τους δεσμώτες που για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να ενεργήσουν, αλλά παραμένουν αδιάστροφοι. Η περιφορά, όμως, του «Θατέρου» [της διαφορετικότητας] έχει διασειστεί [κλονιστεί] επειδή γέμισε με ψευδοί δόγματα. Γιατί η γειτνίαση με την άλογη ζωή την κάνει να δεχτεί κάποιο πάθημα από τα εξωτερικά πράγματα.
Ξεκινώντας, λοιπόν, από αυτά, ας σημειώσουμε ότι Πλάτων συμπεριέλαβε μόνο δυο κύκλους μέσα στην ουσία της ψυχής και «τὸν μὲν ἐπέδησε, τὸν δὲ διέσεισεν», αφού ούτε ο εμποδισμένος ούτε ο κλονισμένος είναι δυνατόν να ενεργούν νοητικά. Γιατί τι είναι το «ἁμαρτάνον ἐν ἡμῖν» [αυτό που λαθεύει], όταν το άλογο μέρος μας παρακινήσει και σπεύσουμε προς μια «ἀκόλαστον φαντασίαν» ;
Άραγε δεν είναι η επιλογή μας ;;; Και πως δεν είναι αυτή ; Γιατί με αυτή κυριαρχούμε στις απερίσκεπτες τάσεις της φαντασίας. Αν, όμως, η επιλογή μας «ἁμαρτάνει» [λαθεύει], πως η ψυχή μας μένει «ἀναμάρτητος» [αλάθητη] ;
Τι είναι αυτό που κάνει «εὐδαίμονα τὴν ὅλην ἡμῶν ζωήν» ;; Άραγε δεν είναι το να έχε η λογική την αρετή που της ταιριάζει ;; Ασφαλώς θα συμφωνήσουμε. Αν όμως είναι «εὔδαιμον» και το «τὸ ὅλον ἡμῶν» [σύνολό μας]  όταν «τὸ ἐν ἡμῖν κράτιστον» [κυρίαρχο] είναι τέλειο, τι μας εμποδίζει να είμαστε όλοι άνθρωποι ευδαίμονες, αν το κυρίαρχο μέρος μας «ἀεὶ νοεῖ καὶ ἀεὶ πρὸς τοῖς θείοις ἐστίν»;; Γιατί, αν αυτό το μέρος είναι ο νους, δεν έχει καμία σχέση με την ψυχή. Αν είναι μέρος της ψυχής, θα είναι ευδαίμον και η υπόλοιπη ψυχή.
Και ποιος είναι ο ηνίοχος της ψυχής ;; Άραγε δεν είναι το «χαριέστατον» και «κεφαλαιωδέστατον ἡμῶν» ;; Και πώς δεν πρέπει να πούμε αυτό, εφόσον ο ηνίοχος είναι αυτός που κυβερνά ολόκληρη την ουσία μας και «τὸν ὑπερουράνιον τόπον ὁρῶν» και εξομοιώνεται με τον «μέγαν ἡγεμόνα» των θεών, ο οποίος «οδηγεί ιπτάμενο πτηνὸν ἐλαύνοντα» άρμα και «πορεύεται στον ουρανό ως πρώτος ηνίοχος – πρῶτον ἡνίοχον ἐν οὐρανῷ πορευόμενον»;; Αν όμως το «τὸ ἐν ἡμῖν κράτιστον» [κυρίαρχο] είναι ο ηνίοχος, και αν αυτός, όπως λέγεται στον «Φαίδρο, 248.a», άλλοτε «μετέωρος φέρεται» [σηκώνεται] και «υψώνει το κεφάλι προς τον εξωτερικό τόπο αἴρει τὴν κεφαλὴν εἰς τὸν ἔξω τόπον» και άλλοτε βυθίζεται και γεμίζει το άρμα του με χωλότητα και πτώση των φτερών, είναι φανερό το τι προκύπτει από αυτά, ότι δηλ. είναι ανάγκη «τὸ ἐν ἡμῖν κράτιστον» [κυρίαρχο]  να βρίσκεται κάθε φορά σε διαφορετική κατάσταση.
Μετά από αυτά, λοιπόν, δικαιολογημένα έχει ειπωθεί, από τον Πλάτωνα, ότι η περιφορά του «Ταύτου» [της ταυτότητας] εμποδίστηκε «να κυβερνά και να προχωρεί – ἄρχουσαν καὶ ἰοῦσαν». Γιατί έχει διττή τελειότητα, πρακτική και θεωρητική, και έχει χάσει και τις δύο. Γιατί δεν μπορεί να κυβερνά όσα υπάγονται σε αυτήν λόγω της άστατης κίνησής τους, ούτε μπορεί να προχωρά, δηλ. να νοεί. Γιατί ενέργεια της περιφοράς είναι «τὸ ἰέναι» [η πορεία] και ενέργεια της διανοητικής περιφοράς είναι η διανοητική πορεία [τὸ διανοητικῶς ἐνεργεῖν]. Οι αισθήσεις, λοιπόν, οι οποίες την πλήττουν  και «ἐναντία ῥέουσαι», υπό την έννοια ότι κινούνται [πορεύονται] από έξω προς τα μέσα, εμποδίζουν την «νοητήν» πορεία. Η περιφορά, λοιπόν, του «Ταύτου» [της ταυτότητας] έχει απογυμνωθεί και από τα δύο, και από την πράξη και από την θεωρία.
Βέβαια, σε καμία περίπτωση η ψυχή δεν είναι ακίνητη η ψυχή, μιας και κινείται από μόνη της με μία κίνηση όχι σωματική (είναι ασώματη) ούτε φανταστική (γιατί είναι ασχημάτιστη) ούτε γνωστική (γιατί αγνοεί τον εαυτό της) αλλά με την κατ’ ουσία ζωτική κίνηση. Γιατί, όπως η ενέργεια του νου είναι το νοείν και του όντος το είναι [υπάρχει], κατά τον ίδιο τρόπο και η ενέργεια της ψυχής είναι το ζην [το να ζει]. Γιατί δεν έχει επίκτητο το ζην, αλλά το έχει από τον εαυτό της. Κάθε ζωή, όμως, είναι κίνηση. Επομένως, αν καθετί που ζει κινείται, τότε αυτό που ζει από τον εαυτό του κινείται και από τον εαυτό του και αυτό που ζει πάντα κινείται πάντα ζωτικά και όχι νοητικά, ώστε η ψυχή κινείται πάντα και δεν κινείται πάντα. Γιατί είναι εν δυνάμει νους και εν ενεργεία ζωή, ενώ είναι ένα άλλο τρίτο πράγμα, το σώμα, μόνο εν δυνάμει και όχι ενεργεία.
Καθώς, λοιπόν, υπάρχει μέσα μας μια τριπλή σειρά, «κατὰ τὴν οὐσίαν, κατὰ τὴν δύναμιν, κατὰ τὴν ἐνέργειαν», η ουσία παραμένει απολύτως ίδια, και ως ουσία και ως ζώσα και ως νοητική. Γιατί, καθώς είναι εικόνα του νου, είναι νοητική, όπως ακριβώς και η πρώτη εικόνα της ψυχής είναι έμψυχη. Οι δυνάμεις, όμως, στην περίπτωση της διάνοιας έχουν εμποδιστεί, ενώ στην περίπτωση της δοξασίας κλονίζονται, και επειδή ακριβώς οι δυνάμεις αντιστοιχούν στις ζωές, η μία ζωή εμποδίζεται και η άλλη κλονίζεται. Γιατί η ζωή της ουσίας είναι αεικίνητος. Οι ενέργειες της διάνοιας έχουν αφαιρεθεί, ενώ της δοξασίας διαστρεβλώθηκαν. Επειδή, μάλιστα, οι ενέργειες της διάνοιας αντιστοιχούν στο νοητικό μέρος είναι φανερό ότι στερούν από την ψυχή τη νόηση. Άρα η ουσία είναι πάντα ζωντανή και αεικίνητη, ενώ οι δυνάμεις και οι ενέργειες λαθεύουν και όσον αφορά τη ζωή και όσον αφορά τον νου.
Πιο αναλυτικά και θέλοντας να εξηγήσουμε σε βάθος τα παραπάνω θα πούμε ότι όλα υπάρχουν μέσα σε όλες τις ψυχές, με τον τρόπο όμως που ταιριάζει σε καθεμία, αλλού με θεϊκό τρόπο, αλλού με δαιμονικό, αλλού με μερικό. Γιατί και οι μεσότητα και οι ημιόλιοι και οι επίτριτοι λόγοι και ο επόγδοος λόγος μαζί με το λείμμα υπάρχουν σε όλες τις ψυχές. Γιατί πως αλλιώς η ψυχή μπορεί να γνωρίσει την καθολική αρμονία και να γεννά τόσο πανέμορφους λόγους, αν όχι έχοντας μέσα της τις αιτίες τους και όντας και η ίδια, ως προς την τάξη της, μια αρμονία από αρμονίες, όχι αρμονία των εναρμονισμένων (γιατί αυτή η αρμονία βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο και είναι ετεροκινούμενη και έχει εξαρτηθεί από άλλο κινητικό αίτιο) αλλά η αρμονία που εναρμονίζει τον εαυτό της και έχει εναρμονισθεί από το σύμπαν ; Θα έχει, λοιπόν, η ψυχή όλους τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, και εκτός τούτων τις επτά διαιρέσεις του κύκλου του «Θατέρου»(γιατί η δημιουργική τομή φτάνει από ψηλά και από τις θεϊκές ψυχές μέχρι τις πιο επιμέρους) και όσων άλλα έχουμε παρατηρήσει μέσα στην ψυχή του σύμπαντος. Και ο τρόπος της ερμηνείας είναι ίδιος, εκτός του ότι θα προσθέσουμε την ιδιότητα σε κάθε περίπτωση, προσάπτοντας αλλού τη θεϊκή, αλλού τη δαιμονική και αλλού τη μερική ιδιότητα.
Ακόμα και οι ίδιοι οι λόγοι υπάρχουν παντού, δηλ. στις θεϊκές, στις δαιμόνιες και στις μερικές ψυχές μετά την  κοσμική ψυχή, δεν είναι καθόλου περίεργο οι όροι να διαφέρουν ως προς το ότι καθένας μέσα στις κατώτερες ψυχές λαμβάνει μεγαλύτερο πλήθος από ότι μέσα στις προηγούμενες. Γιατί οι όροι της ψυχής του σύμπαντος ήταν οι βάσεις και τίποτα δεν εμπόδιζε τους επόμενους να είναι οι διπλάσιοι ή οι τριπλάσιοι ή γενικά πολλαπλάσιοι από τους βασικούς, καθώς λόγω της «ὕφεσις» [υποβάθμισης] πολλαπλασιάζονται με καθορισμένους λόγους μέχρι και τις επιμέρους ψυχές, και μάλιστα μερικοί περισσότερο από άλλους. Γιατί όλες οι θεϊκές ψυχές δεν είναι ισότιμες, ούτε οι δαιμονικές μετά από αυτές ούτε και οι επιμέρους ψυχές. Και έτσι υπάρχουν πράγματα κοινά σε όλες τις ψυχές, και πράγματα που διαφέρουν ως προς την ίδια την ουσία. Και πρέπει να τα θυμόμαστε αυτά οπωσδήποτε, προκειμένου να μπορούμε να αποδίδουμε τις ποικίλες διαφορές της γενέσεως των ψυχών : α) των εγκόσμιων προς τις υπερκόσμιες ως προς το πλήθος ή τη μείωση των μερών. Β) των εγκόσμιων θεϊκών, δαιμονικών και μερικών ως προς τους ίδιους τους όρους οι οποίοι είτε βασικοί είτε πιο απομακρυσμένοι από τους βασικούς, ενώ οι λόγοι παραμένουν ίδιοι.
Καθώς, λοιπόν, μέσα στην επιμέρους ψυχή υπάρχουν όλοι οι αρμονικοί λόγοι και υπάρχουν στην ουσία και δεν συνίστανται μετέπειτα (γιατί αυτά που δημιουργεί ο πρώτος δημιουργός, αυτά υπάρχουν στην ουσία των όντων), είναι φανερό ότι και οι επτά όροι και οι τρείς μεσότητες και οι ημιόλιοι, οι επίτριτοι και οι επόγδοοι λόγοι και τα λείμματα, τα οποία ο Πλάτων εδώ τα έχει ονομάσει «συνδέσεις», είναι φανερό, λοιπόν, ότι όλα αυτά είναι ουσίες. Γιατί αυτά που βρίσκονται πάντα στην ίδια κατάσταση και αυτά που συμπληρώνουν την ουσία είναι ουσίες. Και πρέπει αυτά να τα δούμε όχι από μαθηματικής απόψεως αλλά από φυσικής. Γιατί άλλοι είναι οι μαθηματικοί λόγοι και άλλες είναι οι σχέσεις που γεννούν οι ψυχές με το να έχουν αυτούς τους λόγους. Άλλα, α όλοι οι αρμονικοί λόγοι είναι ουσίες, είναι φανερό ότι έχουν και δυνάμεις. Γιατί η μία δύναμη και το ένα είδος της ψυχής δεν γεννιέται από πράγματα χωρίς δύναμη και χωρίς ιδιότητα.
Πως, όμως, είναι δυνατόν να δρουν οι λόγοι και να γεννούν άλλους λόγους, αν δεν έχουν τη δύναμη της γέννησης ;; Πως είναι δυνατόν να γνωρίζουν και να κινούν τους εαυτούς τους, αν δεν έχουν συμπεριλάβει από πριν γνωστικές δυνάμεις ή αν αυτές οι δυνάμεις είναι ανενεργές ;;
Άρα είναι ανάγκη οι λόγοι να είναι ουσίες και να έχουν δυνάμεις ικανές να γνωρίσουν κάθε αρμονία, οι λόγοι μέσα στην περιφορά του «Ταύτου» τη νοητή αρμονία, οι λόγοι μέσα στην περιφορά του «Θατέρου» την αισθητή αρμονία, και να ενεργούν, όταν μπορούν, άλλοι γύρω από τα νοητά και άλλοι γύρω από τα αισθητά. Όταν, όμως, εμποδίζονται από τη Λήθη και τα πάθη, επειδή η αίσθηση έλκει την ψυχή προς τα ένυλα πράγματα, τότε ως προς την ουσία παραμένουν οι ίδιοι (γιατί είναι αΐδιοι, άλυτοι και αμετάβλητοι), ενώ ως προς την ενέργεια υφίστανται κάθε διαστροφή με όσους τρόπους είναι δυνατόν, και ως προς τη δύναμη υφίστανται «κλάσεις καὶ διαφορὰς» [θλάσεις και διαφοροποιήσεις] πάλι με όσους τρόπους είναι δυνατόν και όχι λόγω της περιφοράς του «Ταύτου». Γιατί εκεί αυτή είναι μόνο άπρακτη. Οι κύκλοι, όμως της περιφοράς του «Θατέρου» [διαφορετικότητα], οι οποίοι είναι επτά και όλοι έχουν όλους τους αρμονικούς λόγους (δια)στρέφονται και «κλῶνται» [θλώνται]. Το κείμενο, λοιπόν, αναφέρεται σε αυτές τις μεσότητες και τις συνδέσεις οι οποίες βρίσκονται μέσα στον κύκλο του «Θατέρου» και υπομένουν από τις αισθήσεις και από τις φυσικές κινήσεις κάθε λογής κακοποιήσεις, και δεν αναφέρεται σε αυτές που βρίσκονται στον κύκλο του «Ταύτου». Γιατί εκείνος έχει μόνο σταματήσει και τίποτα άλλο, ενώ ο κύκλος του «Θατέρου» «διασείεται καὶ πάσχει διασεισθεὶς» όσα λέει ο Πλάτων.
Ο Σωκράτης, λοιπόν, στον «Φαίδρο, 253.c-d» παρομοίασε τις δυνάμεις της ψυχής με ηνίοχο και με ίππους και, αφού θεώρησε ότι ο ένας από τους ίππους είναι καλύτερος και ο άλλος χειρότερος, λέει ότι άλλοτε οι ίπποι πολεμούν και νικά ο καλύτερος, και άλλοτε ο καλύτερος χάνει και μόνο παρασύρεται ακολουθώντας το ακόλαστο. Ο Τίμαιος, όμως, αφού συνέδεσε την ψυχή μέσω των μεσοτήτων, δηλαδή μέσω της μεσότητας που ταυτοποιεί και της μεσότητας που ετεροποιεί [διαφοροποιεί], και αφού παρουσίασε τη μια ως συγγενή με τα νοητά και την άλλη ως συγγενή με τα αισθητά, λέει ότι αυτές οι μεσότητες άλλοτε έχουν διαφορές και πολεμούν μεταξύ τους, άλλοτε, όταν η ανώτερη ηττηθεί, θλώνται και παρεκτρέπονται προς τα πλάγια, και άλλοτε διαστρέφονται εντελώς, όταν η καλύτερη υποτάσσεται στη χειρότερη. Γιατί, καθώς η μία συγγένευε με την ταυτότητα [κύκλος Ταύτου] και η άλλη με την διαφορετικότητα [κύκλος Θατέρου], είναι φανερό ότι, κάθε φορά που η ψυχή προχωράει ίδια, καθεμία από τις δύο μεσότητες μέσα στους κύκλους πράττει το έργο της, αυτή που δημιουργεί το ένα από πολλά και γνωρίζει το ένα από πολλά, και αυτή που διαιρεί το ένα σε πολλά και αναγνωρίζει όσα έχουν διαιρεθεί ως προς το είδος. Κάθε φορά, όμως, που η ψυχή σκοντάφτει, πρώτα δημιουργείται διαμάχη μέσα στην ψυχή η οποία δεν ξέρει σε τι να αποδώσει την ταυτότητα και σε τι τη διαφορετικότητα. Έπειτα ακολουθεί νίκη της κατώτερης, η οποία οδηγεί την ψυχή σε κάθε λογής διαμελισμό αντί στην συγκέντρωση στον εαυτό της. Και στο τέλος επέρχεται πλήρης παράλυση της ανώτερης μεσότητας, η οποία παραδίδει την ηγεμονία και την εξουσία στην κατώτερη. Γιατί από τις δυο μεσότητες, με τις οποίες, όπως είπαμε και προηγουμένως, τα διπλάσια και τα τριπλάσια διαστήματα συνέδεαν το διαιρεμένο στους ημιόλιους, στους επίτριτους και στους επόγδοους λόγους, η μία συγκέντρωνε τις ταυτότητες που βρίσκονται μέσα σε όλα τα μέρη της ψυχής, ενώ η άλλη συγκέντρωνε της διαφορετικότητες που ήταν σύμφυτες με την ψυχή, όπως η γεωμετρική μεσότητα συγκέντρωνε τις ουσίες. Η μεσότητα, λοιπόν, που συγγενεύει με την ταυτότητα [κύκλος Ταύτου], οδηγεί την ψυχή προς το θείο, ενώ αυτή που συγγενεύει με την διαφορετικότητα [κύκλος Θατέρου], οδηγεί την ψυχή προς το θνητόΚαι έτσι, λοιπόν, η ψυχή γίνεται άλογη, όταν οι μεσότητες μέσα στον κύκλο της διαφορετικότητας [κύκλος Θατέρου] θλώνται και διαστρέφονται και πριν από αυτά διαφοροποιούνται προς τον εαυτό τους. Και η διαστροφή έλκει την ψυχή εντελώς προς τα πάθη (γιατί όπως μέσα στην καθολική ψυχή ο κύκλος της διαφορετικότητας [κύκλος Θατέρου], ο οποίος  δεν έκλινε καθόλου προς το διοικούμενο της ψυχής, ήταν ορθός, έτσι μέσα στην επιμέρους ψυχή ο κύκλος της διαφορετικότητας [κύκλος Θατέρου], ο οποίος έκλινε ολοκληρωτικά προς την ύλη και έπεσε στο σώμα και βυθίστηκε σε αυτό, είναι διαστρεμμένος), ενώ η θλάση παρέχει την κίνηση προς το πλήθος και την ποικιλία και προκαλεί διαίρεση λόγω της αδυναμίας και ασθένειας (γιατί αυτά που θλώνται εκπίπτουν από τη δύναμή τους και γίνονται τίποτα αντί για ένα), και η διαφορά προκαλεί μόνο την εναντίωση και τη διαμάχη. Η διαστροφή, λοιπόν καταστρέφει ολοκληρωτικά την ορθότητα, θλάση κάνει το ένα πολλά, και η διαφορά εισάγει μόνο τη διαμάχη. Και η διαφορά κάνει κάτι όμοιο με αυτό που τρέχει και που δεν στέκεται σταθερά όρθιο, η θλάση με αυτό που έχει πέσει ήδη λόγω της θλάσης των μελών και με αυτό που έχει γίνει για τον λόγο αυτό πλάγιο, και η διαστροφή, τέλος, ,ε το πεσμένο ανάσκελα και με αυτό που ακούμπησε το κεφάλι στην γη και έχει τα πόδια, όπως και αν είναι, κάπου ψηλά. Γιατί η πλάγια θέση βρίσκεται ανάμεσα στο όρθιο και σε αυτόν που, επειδή έχει το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω, είναι αναποδογυρισμένο ως προς το όρθιο.
Το δοξαστικό μέρος της ψυχής, λοιπόν, διαστρέφεται από τις αισθήσεις, αναπτύσσει ψευδείς δοξασίες και χωρίζεται σε πολλά μέρη (γιατί αυτό είναι ο κύκλος του Θατέρου μέσα στον οποίο γεννιούνται δοξασίες και πίστεις, όπως έχει ειπωθεί και για την ψυχή του Κόσμου). Γίνεται, λοιπόν, γεμάτο από ψευδείς δοξασίες, γιατί διαμελίζεται μαζί με τις αισθήσεις και διχογνωμεί με τον εαυτό του. Και όλα αυτά τα πάθη ανήκουν στις δυνάμεις και στις ενέργειες της ψυχής, ενώ η ουσία της είναι αδιάλυτη, εκτός «από αυτόν που την συνέδεσε», όπως λέει ο ίδιος ο Πλάτων.
Οι διαφορές των κύκλων κάνουν τις συνδέσεις να κινούνται αντίθετα, οι θλάσεις να κινούνται πλάγια και οι διαστροφές να κινούνται ύπτια. Και αυτά τα τρία παθήματα παρατηρούνται στην λογική ψυχή, εμφανίζονται όμως και στην άλογη ψυχή δικαιολογημένα. Γιατί και όταν η λογική ψυχή συμφωνεί με τον εαυτό της και όταν διαφωνεί, πολύ περισσότερο μάχεται προς την άλογη. Γιατί οι αρετές ακολουθούν η μία την άλλη, οι διανοητικές της ηθικές και οι ηθικές τις διανοητικές.
Πως, λοιπόν, πρέπει να παρατηρούμε αυτά τα τρία μέσα στην λογική ;; Μα θα παρατηρήσουμε την αντίθεση όταν η μία δοξασία αντιμάχεται την άλλη δοξασία και η ανώτερη δεν καταβάλλεται από την κατώτερη. Γιατί οπωσδήποτε και σε όσους έχουν ψευδείς δοξασίες. Αλλιώς πως ο Σωκράτης θα ήλεγχε τους Θρασύμαχους, τους Καλλικλήδες και όσους έχουν χάσει έτσι κάθε ντροπή, αν δεν υπήρχε μέσα και σε εκείνους κάποιο αληθινό δόγμα, στο οποίο συμφώνησαν αυτοί από κοινού και από το οποίο συμπεραίνονται τα επόμενα. Όταν, λοιπόν, ο ίδιος άνθρωπος λέει και ότι ο θεός είναι αγαθός και ότι δεν προνοεί για τα πάντα, αυτά τα δόγματα είναι αντίθετα μεταξύ τους. Παρόλο, λοιπόν, που δεν λέει ταυτόχρονα ότι ο θεός είναι αγαθός και ότι δεν είναι αγαθός, ωστόσο λέει εν δυνάμει ότι δεν είναι αγαθός. Γιατί αυτό ακολουθεί τον ισχυρισμό του ότι ο θεός δεν προνοεί, όμως εκείνος δεν βλέπει ότι αυτό που λέει το ακολουθεί το αντίθετο από αυτό που λέει.
Την πλάγια θέση θα την παρατηρήσουμε όταν δύο δόγματα είναι διαστρεβλωμένα και δεν μπορούν να διατηρήσουν τη συνέχεια με τον εαυτό τους, επειδή λένε πράγματα ανακόλουθα. Αυτή η θέση είναι η πλάγια. Γιατί ολόκληρη η δοξασία πέφτει στη γη και παρασύρεται από την αίσθηση. Άρα δεν είναι ένα μέρος της αληθές και ένα άλλο ψευδές, αλλά ολόκληρη είναι ψευδής. Ας πάρουμε για παράδειγμα δύο προτάσεις, ότι η δικαιοσύνη είναι ανοησία και η αδικία σοφία. Γιατί αυτός που, ενώ λέει ότι η δικαιοσύνη είναι ανοησία, θεωρεί ταυτόχρονα ότι η αδικία είναι πονηρία, λέει ο ίδιος το αντίθετο προς τον εαυτό του (γιατί ταυτόχρονα λέει ότι η δικαιοσύνη είναι ανοησία). Αυτός, όμως, που ενώ λέει ότι η δικαιοσύνη είναι ανοησία, θεωρεί ταυτόχρονα την αδικία σοφία, συμφωνεί με τον εαυτό του, υποστηρίζει όμως δύο δόγματα διαστρεβλωμένα. Και για αυτό είναι πιο δύσκολα διαψεύσιμος και πιο αθεράπευτος από τον προηγούμενο.
Την ύπτια θέση θα την παρατηρήσουμε, όταν οι κατώτερες δοξασίες επικρατούν πλήρως στις ανώτερες και όταν οι κρίσεις της αίσθησης επικρατούν στις κρίσεις που προβάλλονται από μέσα μας. Γιατί σε ένα τέτοιο πάθημα τα ανώτερα υποδουλώνονται και υπάγονται στα κατώτερα.
Όσο αφορά το άλογο μέρος, πρέπει να παρατηρήσουμε την αντίθεση όπως στην περίπτωση των εγκρατών (γιατί στην περίπτωση τους τα ανώτερα μάχονται με τα κατώτερα, η φαντασία του καλού και η επιθυμία του κακού). Την πλάγια θέση πρέπει να την παρατηρήσουμε στην ισότιμη συμφωνία της κρίσης με την επιθυμία, όταν και οι δύο κινούνται όμοια και παθητικά. Τέλος, την ύπτια θέση μέσα στις ακόλαστες ζωές, μέσα στις οποίες το λογικό μέρος έχει υποταχτεί πλήρως στο άλογο μέρος. Και βλέπεις με πόση τάξη από την αντίθεση προκύπτει η πλάγια θέση (γιατί, όταν το λογικό μέρος μετά από πολλή μάχη υποχωρήσει στο άλογο μέρος, τότε κινείται πλάγια), και από αυτήν προέρχεται η ύπτια θέση (γιατί όταν το κατώτερο επικρατεί συνέχεια στο ανώτερο, στο τέλος δεν χρειάζεται μάχη, αλλά το έχει το έχει υποδουλώσει και το οδηγεί όπου θέλει). Και αυτό είναι το κατώτατο είδος ζωής, όπως ακριβώς το τελειότατο είναι αυτό που συμφωνεί με τον εαυτό του, το απλάγιαστο, το κατά φύσιν, μέσα στο οποίο το ανώτερο κρατά τη θέση του αμαχητί. Και η συμφωνία προκύπτει από τη σωφροσύνη, η έλλειψη πλαγιότητας από την ανανδρία και η κατά φύσιν τάξη από τη δικαιοσύνη. Γιατί τα αντίθετα τα προκαλούν τα εξής : η διαφορά την αντίθεση, η θλάση την πλάγια θέση (γιατί αυτά που θλώνται γίνονται πλάγια), και η διαστροφή την ύπτια θέση. Γιατί αντιστρέφει πλήρως τη σειρά των προηγούμενων και των επόμενων. Και φαίνεται ότι η αντίθεση διασπά τη μια ζωή της ψυχής και κάνει τη λογική ψυχή ασύμφωνη προς τον εαυτό της, η πλάγια θέση δημιουργεί την ίδια την αλογία (γιατί αυτή ολόκληρη κινείται προς το σώμα και την ύλη), και η ύπτια θέση τη συγκαταλέγει στα φυτά. Γιατί στα φυτά το κεφάλι είναι ριζωμένο μέσα στη γη.
Καθώς, λοιπόν, η διαίρεση γίνεται τόσο μεγάλη και καθώς εμφανίζονται τέτοια πάθη στις δυνάμεις της ψυχής, δικαιολογημένα ο Πλάτων είπε ότι με δυσκολία κρατιούνται μαζί (γιατί τις συγκρατεί μόνο το ότι η ουσία της ψυχής είναι άφθαρτη), αλλιώς γρήγορα θα διασπώνταν, θα άφηναν την τάξη που έχουν και θα καταστρέφονταν. Για αυτό και έχει ειπωθεί ότι συμβαίνουν διαφορές, θλάσεις και διαστροφές των κύκλων «με όσους τρόπους είναι δυνατόν» αλλά όχι με όλους τους τρόπους. Γιατί είναι δυνατόν μόνο ως προς τις ενέργειες και τις δυνάμεις και όχι ως προς την ουσία, η οποία είναι άφθαρτη, όπως το άφθαρτο μπορεί να υπάρχει μέσα στα θνητά. Και με αυτόν τον τρόπο προκαλείται διαφορά, θλάση και διαστροφή, όταν η ύλη, η οποία αντιστοιχεί στα πόδια, επικρατήσει στο είδος, το οποίο αντιστοιχεί στο κεφάλι.
Μάλιστα, στους στίχους 43.a – 44.a, ο Πλάτωνας δραματοποιεί το πάθημα της ψυχής, κατά το οποίο έχει καταπατηθεί και έχει υποδουλωθεί το ανώτερο μέρος και γίνεται τύραννος το κατώτερο, οι δυνάμεις οι γηγενείς επικρατούς των Ολύμπιων δυνάμεων, τα ένυλα επικρατούν στα θεϊκά. Και παρομοιάζει με κεφάλι το θεϊκό μέρος που υπάρχει μάσα μας, και με τα πόδια το κατώτερο μέρος.
Γιατί το κεφάλι κυβερνά, ενώ τα πόδια έχουν τη θέση των κυβερνωμένων, όπως θα πει ο ίδιος ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο, 90.a». Παρομοιάζει, επίσης, την υποδούλωση του θεϊκού και ηγεμονικού μέρους μέσα μας με τη στήριξη του κεφαλιού στη γη, και την τυραννία του άλογου μέρους με το σήκωμα και ανύψωση των ποδιών, και αυτό που προκύπτει από αυτή την θέση με το πάθημα που πλήττει την ψυχή. Προκύπτει, μάλιστα, στο σώμα να φαίνονται τα αριστερά και τα δεξιά αντίστροφα, οπότε θα προκύψει και στην ψυχή τα ίδια και τα διαφορετικά να φαίνονται αντίστροφα για όσους τα βλέπουν. Γιατί το ίδιο αντιστοιχεί στο δεξί, και το διαφορετικό στο αριστερό σύμφωνα με τη συνήθεια των πυθαγορείων.
Αν θέλαμε, βέβαια, να αναφερθούμε με λεπτομέρειες, θα λέγαμε ότι κατά πρώτον πρέπει να κοιτάξουμε τη σειρά, πως ο Πλάτων έκανε το σώμα πλάγιο από όρθιο, και από πλάγιο ύπτιο, και από ύπτιο το έκανε να έχει τα πόδια του ψηλά και το κεφάλι του στη γη. Γιατί, αφού ο Πλάτων σήκωσε τα πόδια του ύπτιου και στήριξε το κεφάλι του στη γη, δημιούργησε αυτού του είδους την θέση. Και στην περίπτωση της ψυχής πρώτη είναι η ορθότητα, δεύτερη είναι η πλάγια ζωή, τρίτη είναι η επέκταση στην ύλη, η τοποθέτηση η εις την γένεσιν  και η σύζευξη του θεϊκού με αυτό που έχει στερηθεί το θείο, και τελευταία η ανυπόφορη τυραννία των ανοήτων. Και από τους τρόπους ζωής, ο ερεστικός συνίσταται από μια παρόμοια αντίθεση, ο φιλοχρήματος από την πλάγια θέση, ο φιλήδονος νομίμως με την ύπτια θέση της ζωής, και ο τυραννικός με το σήκωμα των ποδιών και με αυτή τη θέση την οποία το κείμενο περιέγραψε.
Κατά δεύτερον, πως αυτού του είδους η θέση παρουσιάζει τα δεξιά αριστερά και τα αριστερά δεξιά σε αυτόν που την υφίσταται και στους παρατηρητές. Γιατί ας υποτεθεί ότι κάποιος κοιτάζει προς βορρά και κάποιος άλλος προς νότο. Ο πρώτος από αυτούς τους δυο έχει το δεξί προς την ανατολή και το αριστερό προς την δύση, ενώ ο άλλος τα έχει αντιστρόφως. Ας λάβει, λοιπόν, την ύπτια θέση αυτός που κοιτάζει προς βορρά, όχι έτσι, όπως είπε ο Τίμαιος, δηλ. ακουμπώντας το κεφάλι του στη γη και έχοντας τα πόδια ψηλά, αλλά όπως συνηθίζουμε να λέμε ύπτιο αυτόν που ξαπλώνει αντίθετα με αυτόν που ξαπλώνει μπρούμυτα. Θα έχει, λοιπόν, πάλι παρομοίως την ανατολή στα δεξιά του και τη δύση στα αριστερά του. Προκειμένου να γίνει ύπτιος κατά τον Τίμαιο, ας σηκώσει ψηλά τα πόδια και ας στηρίξει το κεφάλι στη γη, γυρίζοντας την πλάτη στον βορρά. Παρόλο, λοιπόν, που κοιτάζει προς τον νότο, θα έχει τα δεξιά προς την ανατολή και τα αριστερά προς την δύση. Έπρεπε, όμως, να τα έχει αντίστροφα, όπως τα έχουν αυτοί που στέκονται όρθιοι και κοιτάζουν προς τον νότο. Αυτός, λοιπόν, θα πιστέψει ότι, επειδή κοιτάζει προς τον νότο, η ανατολή θα βρίσκεται αριστερά και η δύση προς τα δεξιά, και το ίδιο θα πιστέψουν και οι παρατηρητές. Άρα και ο ένας και ο άλλος θα θεωρήσει ότι τα αριστερά του ύπτιου είναι δεξιά και τα αριστερά δεξιά. Και είναι φανερό ότι καθένας από τους δύο θα πιστέψει ότι η κατάσταση του παρατηρητή είναι αντίστροφη, επειδή στέκεται απέναντι από τον ύπτιο, παρόλο που έχει τα αριστερά και τα δεξιά προς την ίδια πλευρά με τον ύπτιο. Γιατί και ο ένας και ο άλλος πιστεύει ότι τα αριστερά κάποιου που κοιτάζει προς τον νότο πρέπει να βρίσκονται προς ανατολάς και τα δεξιά προς δυσμάς, και θα έλεγε ότι, αν έτσι έχουν τα πράματα του ενός, έτσι θα έχουν και τα πράγματα του άλλου. Γιατί κοιτάζουν προς το ίδιο σημείο. Αυτό ακριβώς είναι αληθές στην περίπτωση όσων στέκονται όρθιοι και κοιτάζουν προς το ίδιο σημείο. Στην περίπτωση όμως εκείνου που έχει κάτω το κεφάλι του, δεν ισχύει, ακόμα κι αν κοιτάζει προς τον νότο.
Άρα καλώς έχει ειπωθεί ότι καθένας από τους δύο δεν θα θεωρήσει ότι τα αριστερά και τα δεξιά καθενός από τους δύο και όχι μόνο του αλλά βρίσκονται στην αντίθετη θέση από την πραγματική.
Κατά τρίτον, πως αυτά θα παρατηρηθούν κατά αναλογία και στην περίπτωση της ψυχής. Γιατί και η ψυχή, αφού έθαψε τη λογική της και αφού διέγειρε τη φαντασία και στις άλογες δυνάμεις, μάλλον αφού έγινε φυτό και μιμήθηκε τη ζωή των φυτών (γιατί στα φυτά το κεφάλι τους είναι ριζωμένο κάτω, ενώ όλο το υπόλοιπο σώμα ανεβαίνει προς τα πάνω κυριαρχώντας στο ανώτερο), κρίνει αντίστροφα τα όντα, και όχι μόνο αυτό αλλά και η ψυχή που δεν έπαθε ακόμα αυτό το πράγμα αλλά κοιτάζει σε αυτήν. Πράγματι, είναι φανερό ότι αυτός που στήριξε το κεφάλι κάτω μοιάζει στους εντελώς διαστρεφομένους, ενώ αυτός που στέκεται φυσιολογικά, αλλά, επειδή κοιτάζει προς εκείνον, παθαίνει παρόμοια με εκείνον, μοιάζει με όσους διαστρέφονται από άλλους, όπως ακριβώς εκείνος μοιάζει με όσους διαστρέφονται από τον εαυτό τους. Αφού, λοιπόν, η ψυχή μιμηθεί τη ζωή του φυτού, θεωρεί τα διαφορετικά ίδια και, αντιστρόφως, τα ίδια διαφορετικά. Γιατί θεωρεί την ηδονή ίδια με το αγαθό, παρόλο που είναι ασφαλώς διαφορετικά, αι διαχωρίζει το θεϊκό από το αγαθό και την αρετή από το καλό, παρόλο που ασφαλώς είναι ίδια. Άρα και οι δύο, δηλαδή και η κατώτατη ψυχή και η ψυχή που αφήνει τον εαυτό της και ακολουθεί την άλλη, αποδίδουν και την ταύτιση με κάτι και τη διαφορετικότητα από κάτι με τρόπο αντίθετο προς την αλήθεια. Για αυτό είναι και ψευδείς. Και έχουν πάθει το ίδιο πράγμα όχι μόνο όσο αφορά την ταύτιση και τη διαφορετικότητα, αλλά και όσον αφορά την κίνηση και τη στάση. Γιατί θεωρούν ότι το αεικίνητο είναι σταθερό, όπως ακριβώς το πλήθος πιστεύει για τον ήλιο, και ότι το σταθερό κινείται, όπως μερικοί πιστεύουν για την γη, και σε πολλές άλλες περιπτώσεις βλέπουν τα πράγματα αντίθετα προς την αλήθεια. Αυτά τα παθήματα συμβαίνουν στις ενέργειες των κύκλων μέσα στην περίοδο της διαφορετικότητας [κύκλος Θατέρου]. Για αυτό και ο Πλάτων είπε ότι «οι περιφορές παθαίνουν αυτά και άλλα τέτοια», εννοώντας τις περιφορές που βρίσκονται μέσα στον κύκλο της διαφορετικότητας [κύκλος Θατέρου] και που είναι επτά, αφού η περιφορά της ταυτότητας [κύκλος Ταύτου] ήταν μία και έχει παρεμποδιστεί.
Νοήμων (ἔννους), λοιπόν, είναι μόνον «ὁ τὸν θατέρου κύκλον ὀρθώσας, τὸν δὲ ταὐτοῦ λύσας»[2], και αυτός σε κάθε περίπτωση θα είναι εκείνος που απελευθέρωσε τον Προμηθέα τον οποίο έχει μέσα του δεμένο λόγω του Επιμηθέα. Γιατί έχει δεθεί λόγω της συμπαράταξης του με το άλογο μέρος, το οποίο ακριβώς λέγεται ότι διευθετεί εκείνος ο Επιμηθέας.
Μάλιστα, στον στίχο 44.a. του «Τίμαιου», ο Πλάτων λέγει πως «και τότε ανάμεσά τους καμία περιφορά δεν άρχει ούτε κυβερνά», γιατί καθώς μέσα στον κύκλο του «Θατέρου» είναι πολλές οι περιφορές κατά μίμηση της ψυχής του Κόσμου, όλες έχουν βλαφτεί και έχουν γίνει διαστρεβλωμένες και αδύναμες και υπηρετούν τις άλογες κινήσεις, τις οποίες δεν πρέπει να αποκαλούμε περιόδους [περιφορές], διότι σπεύδουν κατευθείαν «ἐπὶ τὴν γένεσιν». Γιατί περίοδος – περιφορά είναι η κίνηση από το ίδιο σημείο στο ίδιο σημείο. Όμως, κάθε άλλο γνώση ή όρεξη [επιθυμία] σπεύδει από κάτι σε κάτι άλλο, τρέχοντας προς τα έξω, επειδή αυτό το οποίο ορέγεται [επιθυμεί] ή αυτό το οποίο γνωρίζει βρίσκεται έξω από αυτήν. Δεν άρχει, λοιπόν, η περίοδος – περιφορά του «Ταύτου» (γιατί έχει παγιδευτεί και μοιάζει με βασιλιά δεμένο λόγω της υποταγής του στους εχθρούς) ούτε η περίοδος – περιφορά του «Θατέρου» (γιατί έχει διαστρεβλωθεί και μοιάζει με στρατηγό που πήρε το μέρος των εχθρών), και αυτός είναι πραγματικά ο πόλεμος των Γιγάντων, ο οποίος τα «ἐν ἡμῖν γηγενῆ» στοιχεία τα κάνει πιο αξιότιμα από τα Ολύμπια στοιχεία και δεν υποτάσσει τα κατώτερα στα ανώτερα, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο σύμπαν.
Έχει ειπωθεί, λοιπόν, ότι «δεν άρχει ούτε κυβερνά» καμία περιφορά – περίοδος και πως το κεφάλι μέσα μας έχει χωθεί στην γη. Το πώς, όμως, τα πόδια έχουν σηκωθεί και κυριαρχούν τα θνητά επί των θεϊκών, το λέγει εκεί που ο Πλάτων λέει ότι «Αν πάλι μερικές εξωτερικές αισθήσεις  συγκρουστούν, καθώς κινούνται, με αυτές τις περιφορές και παρασύρουν μαζί τους ολόκληρο το υλικό περίβλημα της ψυχής, τότε αυτές οι περιφορές, μολονότι εξουσιάζονται, φαίνονται να εξουσιάζουν». Γιατί, αν οι αισθήσεις που έρχονται απέξω (γιατί αναγγέλλουν ότι συμβαίνει έξω) και πέφτουν πάνω μας (γιατί πλήττουν με πάθημα), αν λοιπόν αυτές συμπαρασύρουν το κύτος [περίβλημα] της ψυχής, δηλαδή ολόκληρη την ουσία της (γιατί το κύτος χρησιμοποιείτε στην περίπτωση κάποιων κυκλικών σχημάτων), και την κάνουν να φρονεί αυτά που οι ίδιες της λένε, τότε κυβερνούν ολόκληρη την ζωή και κάνουν τον άνθρωπο να λέει και να νομίζει αυτά που τυχόν οι ίδιες υποστηρίζουν, και να θεωρεί αληθινό το αντιληπτό από την αίσθηση, το οποίο μπορεί να αγγίζει ή να πιεί ή να φάει κανείς, και τίποτα νοητό, ή αντιληπτό από την φιλοσοφία. Όταν, μάλιστα, κυριαρχούν αυτές, κυριαρχούν οι ορέξεις, βασιλεύουν τα πλήθη, υποδουλώνεται η ελεύθερη επιλογή, και η λογική, τοποθετημένη στο ρόλο του υπηρέτη, συμβάλει στην εκπλήρωση των παθών.
Άραγε, λοιπόν, κυβερνά και κυριαρχεί η αίσθηση ; Και πώς είναι δυνατόν να κυριαρχεί, ενώ αυτή είναι εκ φύσεως θνητή και ένυλη ; Φαίνεται ότι κυριαρχεί στην λογική, ενώ η ίδια κυριαρχείται από άλλα, και δικαιολογημένα. Γιατί αυτή ανήκει σε άλλα και για αυτό είναι εξαρτημένη από τα εξωτερικά αντικείμενα και κυριαρχείται από εκείνα και διαμορφώνεται κάθε φορά διαφορετικά. Η λογική όμως είναι υπαίτια της δουλείας για τον εαυτό της. Άρα στην πραγματικότητα η αίσθηση δεν κυριαρχεί, καθώς δεν έχει αυτεξούσια τη δύναμη της κυριαρχίας, αλλά, ενώ υπηρετεί άλλα, κυριαρχεί στα ανώτερά της τα οποία έχουν εξαπατηθεί.
Ο Πλάτων, λοιπόν, στον «Φαίδρο, 247.c +», παρουσίασε την ευδαίμονα ζωή της ψυχής, κατά την οποία η ψυχή «συμπεριπολοῦσα τοῖς θεοῖς» επί «τὸν ὑπερουράνιον ἀνατρέχει τόπον καὶ θεᾶται αὐτὴν δικαιοσύνην, αὐτὴν σωφροσύνην καὶ ἑκάστην τῶν θείων ἀρετῶν». Και πάλι σιγά-σιγά από εκείνη την κορυφαία ευδαιμονία & μακαριότητα την οδήγησε στην κατάσταση όπου άλλοτε υψώνει το κεφάλι της πάνω από τον ουρανό και άλλοτε μπαίνει μέσα στον ουρανό, και από αυτά με ύφεση [υποβάθμιση] «εἰς τὸ μηδὲν ὁρῶσαν ἔτι συνέπεσθαι διὰ συνήθειαν» [στο να μη βλέπει τίποτα και στο να ακολουθεί από συνήθεια]. Γιατί «ἡ εἰς γένεσιν πτῶσις» δεν συμβαίνει ευθύς από το νοητό και «ἀθρόως» [μεμιάς], αλλά προοδεύει μέσα από πολλά ενδιάμεσα στάδια. Εδώ, από την άλλη, στον στίχο 44.b, ο Πλάτων αφού παρουσίασε περιστασιακά τα πάθη της ψυχής που έπεσε «εἰς γένεσιν», «τὰς στροφὰς καὶ τὰς κλάσεις καὶ τοὺς ὀχετοὺς», θέλει σιγά-σιγά να την επαναφέρει στη νοητική και κατά φύσιν ζωή. Εκεί, όμως, στον «Φαίδρο, 248.e +», όταν σταματούσε τα καλύτερα και τα αγαθά που χορηγούνταν από τον νου και τους θεούς, παρεισέφρεαν τα χειρότερα, «χωλεία καὶ πτερορρύησις καὶ λήθη καὶ συντυχία καὶ βαρύτης» [η χωλότητα, η πτώση των πτερών της ψυχής, η λήθη, η ατυχία και η βαρύτητα]. Εδώ, όμως, όταν σταματούν τα χειρότερα, αμέσως, σύμφωνα με τη φύση, αναιρούνται τα εμπόδια από την ύλη και εμφανίζονται τα ανώτερα, η «τάξις καὶ λόγος καὶ ἡ λελογισμένη καὶ ἔμφρων κατάστασις». Γιατί οι ίδιοι, μόλις προχωρήσουμε σε ηλικία, γινόμαστε πιο φρόνιμοι και, αφού γίνουμε πιο λογικοί, κατακτάμε την ομαλή και τακτική ζωή, υπό την καθοδήγηση της φύσης.
Θα έλεγε, λοιπόν, ο Γαληνός : «Πως ; Οι δυνάμεις της ψυχής ακολουθούν τις κράσεις του σώματος, και όταν το σώμα είναι υγρό και άστατο και ρέει με κάθε τρόπο, η ψυχή είναι ανόητη και άστατη, όταν όμως το σώμα ισορροπήσει σε μία συμμετρία, η ψυχή διορθώνεται και γίνεται φρόνιμη ταῖς τοῦ σώματος κράσεσιν ἕπονται τῆς ψυχῆς αἱ δυνάμεις, καὶ ὑγροῦ μὲν ὄντος καὶ ἀστάτου καὶ παντοίως ῥέοντος ἄνους καὶ ἄστατος ἡ ψυχή, καθισταμένου δὲ εἰς συμμετρίαν κατευθύνεται καὶ ἔμφρων γίνεται».
Και πως θα δεχτούμε αυτά τα πράγματα ;; Γιατί την αθάνατη ψυχή, η οποία υπάρχει και πριν από το σώμα, να την κάνουμε νοητική λόγω του σώματος, αλλά πρέπει να πούμε ότι το σώμα άλλοτε γίνεται για την ψυχή εμπόδιο προς την «εὔτακτον» [τακτική] ζωή, και άλλοτε ενοχλεί λιγότερο. Όπως ακριβώς, λοιπόν, αν μένουμε κοντά σε έναν γείτονα ανόητο και φλύαρο, δεν είναι δυνατόν να γίνουμε νοητικότεροι χάρη σε αυτόν, αλλά μπορεί να μας εμποδίζει περισσότερο ή λιγότερο προς την ήσυχη ζωή, κατά τον ίδιο τρόπο και η προσάρτηση του σώματος στην ψυχή, κατά τον ίδιο τρόπο και η προσάρτηση του σώματος στην ψυχή άλλοτε την ταράζει και άλλοτε σταματά τον θόρυβο και η ψυχή γαληνεύει. Αυτή η ψυχή βρίσκεται σε πιο φυσιολογική κατάσταση από αυτή που ταράζεται, ή μάλλον ούτε κι αυτή ακόμα, προτού προστεθεί σε αυτήν και η παιδεία. Άρα τι σώμα εμποδίζει τη φρόνιμη ζωή και με κανέναν τρόπο δεν την προκαλεί.
Βέβαια αν θέλουμε να είμαστε ορθοί ως προς την ανάλυσή θα πρέπει να πούμε ότι ως «έκαστο κύκλο» πρέπει να εννοήσουμε τους κύκλους τους οποίους έχει διαιρεθεί η περιφορά – περίοδος του «Θατέρου», και ως περιφορές – περιόδους πρέπει να εννοήσουμε τις ενέργειες τους οι οποίες διορθώνονται μέσω της εξόδου από την θλάση και μέσω της πλήρους επιστροφής στο κυκλικό είδος. Γιατί ανάμεσα στην τεθλασμένη ευθεία και στον κύκλο βρίσκεται η μη τεθλασμένη ευθεία η οποία μιμείται την απλότητα, την ομαλότητα και την ομοιότητα του κύκλου.
Οι ίδιες οι περιφορές – περίοδοι ονομάζουν «ορθά το ίδιο και το διαφορετικό», και μέσα στα νοητά και μέσα στα αισθητά. Και πρέπει να προσέξουμε ότι παντού ο Πλάτων προσδιορίζει τη γνώση και την άγνοια από την ορθή ή τη διαστρεβλωμένη απόδοση του ίδιου και του διαφορετικού. Γιατί άλλα τα βεβαιώνουμε, ενώ θα έπρεπε να τα αρνούμαστε, πράγμα που σημαίνει να νοούμε το διαφορετικό ως ίδιο, και αντιστρόφως αρνούμαστε όσα έπρεπε να βεβαιώνουμε, έχοντας άγνοια του διαφορετικού, ενώ, όταν η γνωστική ικανότητα μας είναι διαρθρωμένη, χαρακτηρίζουμε τα πάντα σύμφωνα με τη φύση τους, λέγοντας ότι άλλα είναι ίδια και άλλα διαφορετικά μεταξύ τους.
Έτσι, λοιπόν, οι περιφορές – περίοδοί μας προκόβουν σύμφωνα με τη φύση και «κάνουν αυτόν που τις έχει να γίνεται φρόνιμος». Και δικαιολογημένα ο Πλάτων είπε «να γίνεται», επειδή οι περιφορές – περίοδοι κινούνται με φυσικό τρόπο, όταν κανείς γίνεται από αυτές φρόνιμος. Είναι, μάλιστα, φρόνιμος αυτός που, εκτός τούτων, θα λάβει ορθή (ανα)τροφή.
Με τα όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα δεν έγινε τίποτα περισσότερο πέρα από την ορθή περιγραφή της ορθού δρόμου των ψυχών προς την φρόνηση. Στον δρόμο αυτό προσθέτει ο Πλάτων και «τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν», η οποία τελειοποιεί την φυσική επιτηδειότητα [καταλληλότητα] και μέσω της ορθής (ανα)τροφής παρέχει στο άλογο μέρος της ψυχής έναν εθισμό προς τις αγαθές πράξεις και τη ζωή που ακολουθεί την «ὀρθὴν δόξαν» [δοξασία], ενώ μέσω της παιδεύσεως τρέφει με τα μαθηματικά και με την διαλεκτική [φιλοσοφία] τη λογική ουσία. Γιατί πρέπει το άλογο μέρος να (εκ)παιδευτεί με ήθη και το λογικό μέρος με θεωρίες, προκειμένου το άλογο μέρος να υπακούει τη λογική ψυχή και η λογική ψυχή να ανατρέξει στον νου και να ατενίσει τη φύση των όντως Όντων. Γιατί, αν γίνονται αυτά, ο άνθρωπος καθίσταται «ὁλόκληρος καὶ ὑγιής». Ολοκληρωμένος, επειδή ενέτεινε όλες τις δυνάμεις του, οι οποίες είναι χαλαρές, και επειδή απελευθέρωσε τον κύκλο του «Ταύτου», ο οποίος ήταν παρεμποδισμένος. Υγιής, επειδή θεράπευσε τον κύκλο του «Θατέρου», ο οποίος είχε διαστρεβλωθεί, και επειδή τον επανέφερε σε μια κατάσταση χωρίς θλάσεις και λοξότητες. Ή ολόκληρος, επειδή κυνηγάει τα σύνολα αντί για τα μέρη και επειδή σηκώνει τον εαυτό του από την πτώση προς τα κάτω και τον ανυψώνει προς τον Νου και φτύνει, θα λέγαμε, και καθαίρει την «ἅλμην» [αλμύρα] «τῆς γενέσεως»[3]. Υγιής, επειδή επανήλθε στην κατά την φύση του τάξη και επειδή ανάτρεξε στην επιστήμη. Γιατί μεγαλύτερη αρρώστια της ψυχής είναι η αμάθεια, η οποία ξεριζώνει & τυφλώνει το όμμα της ψυχής.
Ο δε ατελής, όπως λέγει ο Πλάτων είναι αυτός που δεν έλαβε ορθή (ανα)τροφή και παίδευση, όπως αυτός που «λελωβημένους ἔχων τοὺς πόδας» βαδίζει μεν αλλά όχι όμως σωστά. Αυτός, μάλιστα, δεν έχει στερηθεί πλήρως τα κινητικά του μέλη, ούτε όμως τα έχει άρτια και τέλεια. Με τον ίδιο τρόπο όποιος «καταμελήσας» τον εαυτό του (και αυτός είναι εκείνος που, επειδή κοιτάζει προς τα κάτω, παραμελεί τη γνώση του εαυτού του), «αφού ζήσει μια ζωή χωλή» (επειδή πρόκοψε μόνο ως προς το ένα μέρος, τον βαθμό δηλ. που τον κίνησε η Φύση), «έρχεται πάλιν», λέει ο Πλάτων, «στον Άδη ατελής και ανόητος», επειδή δεν μπόρεσε να τελειοποιήσει τον νου του. Η άφιξή του δεν γίνεται στον αγαθό και φρόνιμο θεό, αλλά «διὰ τοῦ καταγωγοῦ στομίου εἰς τὸν ὑποχθόνιον τόπον». Γιατί αυτός που δεν καθάρισε τον εαυτό του, δεν μπορεί να κοιτάξει γύρω του, αφού είναι ακάθαρτος στο σύνολό του. Στέλνεται, λοιπόν εκεί όπου, αν βρεθεί, θα καθαρθεί, και αυτός που έζησε «καθ᾽ εἱμαρμένην» διορθώνεται «ὑπὸ τῆς εἱμαρμένης» σε τεταγμένου χρόνους.
Συγγραφέας κειμένου : Κεφάλας Ευστάθιος [27-3-2009, ΕΛΛΑΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ηλικία γάμου στην αρχαία Ελλάδα.

Αντικλείδι Αφιερώματα , Ιστορία Προσθήκη σχολίου Στην αρχαία Ελλάδα, αν και ο γάμος δεν ήταν υποχρεωτικός, οι νέοι παντρεύονταν...